Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
savoir
01
ξέρω
avoir connaissance de quelque chose, posséder une information ou une compétence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
savons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saurai
ενεστώτα μετοχή
sachant
παθητική μετοχή
su
α΄ πληθυντικό παρατατικού
savions
Παραδείγματα
Ils ne savent pas la vérité.
Δεν γνωρίζουν την αλήθεια.
02
γνωρίζει τον εαυτό του, είναι συνειδητός του εαυτού του
être conscient d'une caractéristique, d'une information ou d'une situation concernant soi-même
Παραδείγματα
Tu te sais différent des autres.
Εσύ ξέρεις ότι είσαι διαφορετικός από τους άλλους.
Le savoir
01
γνώση
ensemble des connaissances acquises par l'étude, l'expérience ou l'apprentissage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le savoir se partage, il ne se garde pas.
Η γνώση μοιράζεται, δεν κρατάται.



























