satisfaisant
satisfaisant
satisfɛzɑ̃
satisfezaa

Ορισμός και σημασία του "satisfaisant"στα γαλλικά

satisfaisant
01

ικανοποιητικός, ευχάριστος

qui procure du plaisir, de la satisfaction ou répond aux attentes 
satisfaisant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus satisfaisant
συγκριτικός βαθμός
plus satisfaisant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
satisfaisant
αρσενικό πληθυντικό
satisfaisants
θηλυκό ενικό
satisfaisante
θηλυκό πληθυντικό
satisfaisantes
θεματικό πεδίο
expérience, émotion, qualité
Παραδείγματα
Le repas était très satisfaisant. 

Το γεύμα ήταν πολύ ικανοποιητικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store