Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfaisant
01
ικανοποιητικός, ευχάριστος
qui procure du plaisir, de la satisfaction ou répond aux attentes
Παραδείγματα
Il a trouvé sa conversation avec le professeur satisfaisante.
Βρήκε τη συζήτησή του με τον δάσκαλο ικανοποιητική.



























