Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le salon
01
σαλόνι, καθιστικό
pièce principale d'une maison où l'on reçoit les invités ou se détend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salons
Παραδείγματα
Nous regardons la télévision dans le salon.
Βλέπουμε τηλεόραση στο σαλόνι.
02
έκθεση
manifestation organisée pour présenter des produits, des œuvres ou des services au public
Παραδείγματα
Le salon du livre attire des milliers de visiteurs chaque année.
Η έκθεση βιβλίου προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο.



























