Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le salon
[gender: masculine]
01
σαλόνι, καθιστικό
pièce principale d'une maison où l'on reçoit les invités ou se détend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salons
Παραδείγματα
Elle lit un livre dans le salon.
Διαβάζει ένα βιβλίο στο σαλόνι.
02
έκθεση
manifestation organisée pour présenter des produits, des œuvres ou des services au public
Παραδείγματα
Le salon se tient au parc des expositions de la ville.
Η έκθεση πραγματοποιείται στο πάρκο εκθέσεων της πόλης.



























