la salive
sa
sa
sa
live
lɪv
liv
salve

Ορισμός και σημασία του "salive"στα γαλλικά

01

σάλιο, σάλιο

liquide produit dans la bouche qui aide à digérer les aliments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La salive commence la digestion des aliments. 

Το σάλιο ξεκινά την πέψη των τροφών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store