Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saler
01
αλατίζω, βγάζω με αλάτι
mettre du sel sur un aliment, généralement viande, poisson ou légumes, soit pour le conserver, soit pour lui donner du goût
Παραδείγματα
Elle sale le saumon avant de le fumer.
Αυτή αλατίζει τον σολομό πριν τον καπνίσει.
02
αλατίζω, βάζω αλάτι
mettre du sel sur un aliment pour lui donner du goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
salons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
salerai
ενεστώτα μετοχή
salant
παθητική μετοχή
salé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
salions
Παραδείγματα
Elle sale la soupe avant de la servir.
Αλατίζει τη σούπα πριν την σερβίρει.
03
αλατίζω, ρίχνω αλάτι
répandre du sel sur les routes ou chemins pour éviter le verglas ou la glace
Παραδείγματα
La municipalité sale les routes avant la tempête de neige.
Ο δήμος ρίχνει αλάτι στους δρόμους πριν από τη χιονοθύελλα.



























