Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salarié
01
μισθωτός, αμειβόμενος
qui reçoit un salaire en échange de son travail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
salarié
αρσενικό πληθυντικό
salariés
θηλυκό ενικό
salariée
θηλυκό πληθυντικό
salariées
Παραδείγματα
Il occupe un emploi salarié depuis cinq ans.
Δουλεύει σε μια μισθωτή θέση εργασίας εδώ και πέντε χρόνια.
Le salarié
01
μισθωτός εργαζόμενος, υπάλληλος
personne qui travaille pour un employeur en échange d'un salaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salariés
Παραδείγματα
Le salarié reçoit son bulletin de paie chaque mois.
Ο μισθωτός λαμβάνει την απόδειξη μισθοδοσίας του κάθε μήνα.



























