Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sain
01
υγιεινός, ευεργετικός για την υγεία
qui est bon pour la santé ou qui favorise le bien-être physique et mental
Παραδείγματα
Elle préfère cuisiner des plats sains pour sa famille.
Προτιμά να μαγειρεύει υγιεινά πιάτα για την οικογένειά της.



























