sain
sain
sẽ
s
satinsapinsalin

Ορισμός και σημασία του "sain"στα γαλλικά

01

υγιεινός, ευεργετικός για την υγεία

qui est bon pour la santé ou qui favorise le bien-être physique et mental 
sain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sain
συγκριτικός βαθμός
plus sain
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sain
αρσενικό πληθυντικό
sains
θηλυκό ενικό
saine
θηλυκό πληθυντικό
saines
Παραδείγματα
Manger des fruits et légumes est sain. 

Το να τρως φρούτα και λαχανικά είναι υγιεινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store