Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saigner
01
αιμορραγώ, χάνω αίμα
perdre du sang par une blessure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
saigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saignerai
ενεστώτα μετοχή
saignant
παθητική μετοχή
saigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saignions
Παραδείγματα
La coupure au doigt a saigné pendant dix minutes.
Η τομή στο δάχτυλο αιμορραγούσε για δέκα λεπτά.



























