saigner
Pronunciation
/seɲe/

Ορισμός και σημασία του "saigner"στα γαλλικά

saigner
01

αιμορραγώ, χάνω αίμα

perdre du sang par une blessure
saigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
saigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saignerai
ενεστώτα μετοχή
saignant
παθητική μετοχή
saigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saignions
Παραδείγματα
La coupure au doigt a saigné pendant dix minutes.
Η τομή στο δάχτυλο αιμορραγούσε για δέκα λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store