Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sachet
[gender: masculine]
01
σακουλάκι, μικρή τσάντα
petit emballage souple contenant quelque chose
Παραδείγματα
Ce sachet est refermable pour garder la fraîcheur.
Αυτή η σακούλα μπορεί να κλείσει ξανά για να διατηρήσει τη φρεσκάδα.



























