saigner
saigner
sɛɲe
senie
signersoigner

Ορισμός και σημασία του "saigner"στα γαλλικά

saigner
01

αιμορραγώ, χάνω αίμα

perdre du sang par une blessure 
saigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
saigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saignerai
ενεστώτα μετοχή
saignant
παθητική μετοχή
saigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saignions
Παραδείγματα
Il saigne abondamment après la coupure. 

Αιμορραγεί άφθονα μετά την τομή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store