le sac à dos
sac
sak
sak
à
a
a
dos
doʊ
dow

Ορισμός και σημασία του "sac à dos"στα γαλλικά

01

σακίδιο, τσάντα πλάτης

sac que l'on porte sur le dos avec deux bretelles 
le sac à dos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sac à dos
Παραδείγματα
Il porte un sac à dos lourd. 

Κουβαλάει ένα βαρύ σάκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store