ver
ʁe
re
ver
ve
ve
riverrêveur

Ορισμός και σημασία του "rêver"στα γαλλικά

rêver
01

ονειρεύομαι, λαχταρώ

désirer ou imaginer quelque chose que l'on souhaite réaliser 
rêver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rêve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rêvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rêverai
ενεστώτα μετοχή
rêvant
παθητική μετοχή
rêvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rêvions
Παραδείγματα
Il rêve de voyager autour du monde. 

Αυτός ονειρεύεται να ταξιδέψει γύρω από τον κόσμο.

02

ονειρεύομαι

voir des images, des scènes ou des événements pendant le sommeil 
rêver definition and meaning
Παραδείγματα
Il a rêvé d'un voyage extraordinaire cette nuit. 

Αυτός ονειρεύτηκε ένα εξαιρετικό ταξίδι απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store