Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rêver
01
ονειρεύομαι, λαχταρώ
désirer ou imaginer quelque chose que l'on souhaite réaliser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rêve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rêvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rêverai
ενεστώτα μετοχή
rêvant
παθητική μετοχή
rêvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rêvions
Παραδείγματα
Je rêve de maîtriser plusieurs langues étrangères.
Ονειρεύομαι να κατακτήσω πολλές ξένες γλώσσες.
02
ονειρεύομαι
voir des images, des scènes ou des événements pendant le sommeil
Παραδείγματα
Je rêve parfois de parler avec des personnes célèbres.
Μερικές φορές ονειρεύομαι να μιλάω με διάσημα άτομα.



























