Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réviser
01
αναθεωρώ, διορθώνω
examiner quelque chose pour apporter des corrections ou des changements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
révise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réviserai
ενεστώτα μετοχή
révisant
παθητική μετοχή
révisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révisions
Παραδείγματα
Elles révisent leurs stratégies pour améliorer les résultats.
Αυτές αναθεωρούν τις στρατηγικές τους για να βελτιώσουν τα αποτελέσματα.
02
αναθεωρώ, επαναλαμβάνω
relire ou étudier quelque chose pour mieux le comprendre ou le mémoriser
Παραδείγματα
Ils révisent les notions importantes.
Επαναλαμβάνουν τις σημαντικές έννοιες.



























