la réussite
réu
ʁey
ρευ
ssite
sɪt
σιτ

Ορισμός και σημασία του "réussite"στα γαλλικά

01

επιτυχία

fait d'atteindre un but ou d'avoir du succès 
la réussite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
réussites
Παραδείγματα
Sa réussite est le résultat de beaucoup de travail. 

Η επιτυχία του είναι το αποτέλεσμα πολλής δουλειάς.

02

fait de réussir un examen, un concours ou une épreuve 

la réussite definition and meaning
Παραδείγματα
La réussite à cet examen exige une préparation sérieuse. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store