Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réussite
01
επιτυχία
fait d'atteindre un but ou d'avoir du succès
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
réussites
Παραδείγματα
Sa réussite est le résultat de beaucoup de travail.
Η επιτυχία του είναι το αποτέλεσμα πολλής δουλειάς.
02
fait de réussir un examen, un concours ou une épreuve
Παραδείγματα
La réussite à cet examen exige une préparation sérieuse.
LanGeek



























