Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réussite
[gender: feminine]
01
επιτυχία
fait d'atteindre un but ou d'avoir du succès
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
réussites
Παραδείγματα
La réussite ne vient pas sans effort.
Η επιτυχία δεν έρχεται χωρίς προσπάθεια.



























