la résolution
ré
ʁe
ρε
so
zɔ
ζο
lut
lys
λυσ
ion
jɔ̃
γο
résorptionrévolution

Ορισμός και σημασία του "résolution"στα γαλλικά

La résolution
01

αποφασιστικότητα, απόφαση

une décision ferme ou un engagement à agir d'une certaine manière 
la résolution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
résolutions
Παραδείγματα
Sa résolution de ne plus fumer a surpris tout le monde. 

Η απόφασή του να μην καπνίζει πια εξέπληξε όλους.

02

ανάλυση, ευκρίνεια

niveau de détail d'une image ou d'une vidéo, souvent exprimé en pixels 
la résolution definition and meaning
Παραδείγματα
La résolution de l'écran est très élevée. 

Η ανάλυση της οθόνης είναι πολύ υψηλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store