Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résister
01
ανθίσταμαι, αντιστέκομαι
ne pas céder face à une force ou une pression; tenir bon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résisterai
ενεστώτα μετοχή
résistant
παθητική μετοχή
résisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résistions
Παραδείγματα
Les soldats ont résisté à l'attaque ennemie.
Οι στρατιώτες αντέκρουσαν την εχθρική επίθεση.



























