sister
ʁe
re
sis
zis
zis
ter
te
te
résignerrésilierrésulterrésinier

Ορισμός και σημασία του "résister"στα γαλλικά

résister
01

ανθίσταμαι, αντιστέκομαι

ne pas céder face à une force ou une pression; tenir bon 
résister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résisterai
ενεστώτα μετοχή
résistant
παθητική μετοχή
résisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résistions
Παραδείγματα
Les soldats ont résisté à l'attaque ennemie. 

Οι στρατιώτες αντέκρουσαν την εχθρική επίθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store