résister
Pronunciation
/ʀeziste/

Ορισμός και σημασία του "résister"στα γαλλικά

résister
01

ανθίσταμαι, αντιστέκομαι

ne pas céder face à une force ou une pression; tenir bon
résister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résisterai
ενεστώτα μετοχή
résistant
παθητική μετοχή
résisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résistions
Παραδείγματα
Le peuple a résisté à l' oppression pendant des années.
Ο λαός αντέχει στην καταπίεση για χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store