servé
ʁe
re
se
ze
rvé
ʁve
rve
réserverpréserver

Ορισμός και σημασία του "réservé"στα γαλλικά

01

κλεισμένος, αποκλεισμένος

mis de côté ou prévu pour quelqu'un ou quelque chose 
réservé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réservé
αρσενικό πληθυντικό
réservés
θηλυκό ενικό
réservée
θηλυκό πληθυντικό
réservées
Παραδείγματα
La table est réservée pour quatre personnes. 

Το τραπέζι είναι κρατημένο για τέσσερα άτομα.

02

συνεσταλμένος, κλειστός

qui parle peu et ne montre pas facilement ses sentiments ou opinions 
réservé definition and meaning
Παραδείγματα
Il est très réservé et parle rarement en public. 

Είναι πολύ συνεσταμένος και σπάνια μιλάει δημοσίως.

03

κρατημένος, προορισμένος

destiné uniquement à un usage ou un groupe particulier 
Παραδείγματα
Cette salle est réservée au personnel administratif. 

Αυτή η αίθουσα είναι διατηρημένη για το διοικητικό προσωπικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store