Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réserver
01
κάνω κράτηση, κρατώ
demander à garder une place, un objet ou un service pour quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réserverai
ενεστώτα μετοχή
réservant
παθητική μετοχή
réservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réservions
Παραδείγματα
Tu peux réserver en ligne ou par téléphone.
Μπορείτε να κάνετε κράτηση online ή τηλεφωνικά.



























