Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le réseau
01
δίκτυο, δίκτυο επικοινωνιών
ensemble de connexions techniques permettant de transmettre des données ou des messages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
réseaux
Παραδείγματα
Le réseau téléphonique est en panne ce matin.
Το τηλεφωνικό δίκτυο είναι εκτός λειτουργίας σήμερα το πρωί.



























