Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
répéter
01
επαναλαμβάνω, λέω ξανά
dire ou faire quelque chose une autre fois
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
répétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
répéterai
ενεστώτα μετοχή
répétant
παθητική μετοχή
répété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
répétions
Παραδείγματα
Répète après moi : "Bonjour".
Επανάλαβε μετά από μένα: "Bonjour".
02
κάνω πρόβα, εξασκούμαι
s'entraîner pour perfectionner une performance
Παραδείγματα
Les acteurs répètent la scène depuis ce matin.
Οι ηθοποιοί κάνουν πρόβα στη σκηνή από το πρωί.
03
αντανακλώ, αναπαράγω
reproduire un son ou une image
Παραδείγματα
Les montagnes répètent l'écho de nos voix.
Τα βουνά επαναλαμβάνουν την ηχώ των φωνών μας.
04
επαναλαμβάνω, λέω ξανά
dire quelque chose à nouveau
Παραδείγματα
Peux - tu répéter ce que tu as dit ?
Μπορείς να επαναλάβεις αυτό που είπες;



























