répéter
r
ʁe
re
épé
pe
pe
ter
ˈte
te

Ορισμός και σημασία του "répéter"στα γαλλικά

répéter
01

επαναλαμβάνω, λέω ξανά

dire ou faire quelque chose une autre fois 
répéter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
répétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
répéterai
ενεστώτα μετοχή
répétant
παθητική μετοχή
répété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
répétions
Παραδείγματα
Répète après moi : "Bonjour". 

Επανάλαβε μετά από μένα: "Bonjour".

02

κάνω πρόβα, εξασκούμαι

s'entraîner pour perfectionner une performance 
répéter definition and meaning
Παραδείγματα
Les acteurs répètent la scène depuis ce matin. 

Οι ηθοποιοί κάνουν πρόβα στη σκηνή από το πρωί.

03

αντανακλώ, αναπαράγω

reproduire un son ou une image 
répéter definition and meaning
Παραδείγματα
Les montagnes répètent l'écho de nos voix. 

Τα βουνά επαναλαμβάνουν την ηχώ των φωνών μας.

04

επαναλαμβάνω, λέω ξανά

dire quelque chose à nouveau 
Παραδείγματα
Peux - tu répéter ce que tu as dit ? 

Μπορείς να επαναλάβεις αυτό που είπες;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store