Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
répéter
01
επαναλαμβάνω, λέω ξανά
dire ou faire quelque chose une autre fois
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
répétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
répéterai
ενεστώτα μετοχή
répétant
παθητική μετοχή
répété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
répétions
Παραδείγματα
Je déteste quand tu répètes mes mots.
Μισώ όταν επαναλαμβάνεις τα λόγια μου.
02
κάνω πρόβα, εξασκούμαι
s'entraîner pour perfectionner une performance
Παραδείγματα
Le chef d' orchestre fait répéter les musiciens.
Ο μαέστρος κάνει τους μουσικούς να κάνουν πρόβες.
03
αντανακλώ, αναπαράγω
reproduire un son ou une image
Παραδείγματα
Les murs blancs répètent la lumière du soleil.
Οι λευκοί τοίχοι επαναλαμβάνουν το φως του ήλιου.
04
επαναλαμβάνω, λέω ξανά
dire quelque chose à nouveau
Παραδείγματα
Je vais répéter mon nom pour toi.
Θα επαναλάβω το όνομά μου για σένα.



























