rénover
Pronunciation
/ʀenɔve/

Ορισμός και σημασία του "rénover"στα γαλλικά

rénover
01

ανακαινίζω, αποκαθιστώ

remettre quelque chose en bon état ou le moderniser
rénover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rénove
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rénovons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rénoverai
ενεστώτα μετοχή
rénovant
παθητική μετοχή
rénové
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rénovions
Παραδείγματα
Nous rénovons l' appartement pour le louer.
Ανακαινίζουμε το διαμέρισμα για να το νοικιάσουμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store