Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rénover
01
ανακαινίζω, αποκαθιστώ
remettre quelque chose en bon état ou le moderniser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rénove
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rénovons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rénoverai
ενεστώτα μετοχή
rénovant
παθητική μετοχή
rénové
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rénovions
Παραδείγματα
Nous rénovons l' appartement pour le louer.
Ανακαινίζουμε το διαμέρισμα για να το νοικιάσουμε.



























