la rénovation
rénovation
ʁenɔvasjɔ̃
renawvasyaw

Ορισμός και σημασία του "rénovation"στα γαλλικά

La rénovation
01

ανακαίνιση, αποκατάσταση

action de remettre à neuf, de moderniser un bâtiment, un objet ou une institution 
la rénovation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rénovation de l'appartement a pris trois mois. 

Η ανακαίνιση του διαμερίσματος διήρκησε τρεις μήνες.

02

ανανέωση, μεταρρύθμιση

action d'apporter des améliorations, de corriger et de moderniser un système, une méthode, une idée 
Παραδείγματα
La rénovation du système éducatif est nécessaire. 

Η ανακαίνιση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι απαραίτητη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store