Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rénovation
01
ανακαίνιση, αποκατάσταση
action de remettre à neuf, de moderniser un bâtiment, un objet ou une institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rénovation de l'appartement a pris trois mois.
Η ανακαίνιση του διαμερίσματος διήρκησε τρεις μήνες.
02
ανανέωση, μεταρρύθμιση
action d'apporter des améliorations, de corriger et de moderniser un système, une méthode, une idée
Παραδείγματα
La rénovation du système éducatif est nécessaire.
Η ανακαίνιση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι απαραίτητη.



























