Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rémunération
01
αμοιβή, αποδοχές
somme d'argent donnée en échange d'un travail ou d'un service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les employés attendent leur rémunération à la fin du mois.
Οι εργαζόμενοι περιμένουν την αμοιβή τους στο τέλος του μήνα.



























