Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régulièrement
01
τακτικά, συστηματικά
de manière constante ou selon un intervalle précis
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il fait du sport régulièrement.
Αθλείται τακτικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τακτικά, συστηματικά
Αθλείται τακτικά.