régner
Pronunciation
/ʀeɲe/

Ορισμός και σημασία του "régner"στα γαλλικά

régner
01

βασιλεύω, κυβερνώ

exercer le pouvoir en tant que roi, reine ou souverain
régner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
règne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
régnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régnerai
ενεστώτα μετοχή
régnant
παθητική μετοχή
régné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
régnions
Παραδείγματα
Le roi a régné avec sagesse et générosité.
Ο βασιλιάς βασίλευσε με σοφία και γενναιοδωρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store