Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régner
01
βασιλεύω, κυβερνώ
exercer le pouvoir en tant que roi, reine ou souverain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
règne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
régnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régnerai
ενεστώτα μετοχή
régnant
παθητική μετοχή
régné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
régnions
Παραδείγματα
Le roi a régné pendant plus de quarante ans.
Ο βασιλιάς βασίλευσε για πάνω από σαράντα χρόνια.



























