régner
régner
ʁeɲe
renie
réglerrogner

Ορισμός και σημασία του "régner"στα γαλλικά

régner
01

βασιλεύω, κυβερνώ

exercer le pouvoir en tant que roi, reine ou souverain 
régner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
règne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
régnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régnerai
ενεστώτα μετοχή
régnant
παθητική μετοχή
régné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
régnions
Παραδείγματα
Le roi a régné pendant plus de quarante ans. 

Ο βασιλιάς βασίλευσε για πάνω από σαράντα χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store