Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réformer
01
μεταρρυθμίζω, βελτιώνω
modifier ou améliorer quelque chose pour le rendre meilleur ou plus juste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réforme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réformons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réformerai
ενεστώτα μετοχή
réformant
παθητική μετοχή
réformé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réformions
Παραδείγματα
Le comité réforme les règles de fonctionnement.
Η επιτροπή μεταρρυθμίζει τους κανόνες λειτουργίας.



























