former
ʁe
re
for
fɔʁ
fawr
mer
me
me

Ορισμός και σημασία του "réformer"στα γαλλικά

réformer
01

μεταρρυθμίζω, βελτιώνω

modifier ou améliorer quelque chose pour le rendre meilleur ou plus juste 
réformer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réforme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réformons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réformerai
ενεστώτα μετοχή
réformant
παθητική μετοχή
réformé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réformions
Παραδείγματα
Le gouvernement réforme le système éducatif. 

Η κυβέρνηση μεταρρυθμίζει το εκπαιδευτικό σύστημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store