réfléchir
ré
ʁe
re
flé
fle
fle
chir
ʃiʁ
shir

Ορισμός και σημασία του "réfléchir"στα γαλλικά

réfléchir
01

σκέφτομαι, αναλογίζομαι

penser attentivement à quelque chose ou considérer différentes options 
réfléchir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réfléchis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réfléchissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réfléchirai
ενεστώτα μετοχή
réfléchissant
παθητική μετοχή
réfléchi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réfléchissions
Παραδείγματα
Je dois réfléchir avant de prendre une décision. 

Πρέπει να σκεφτώ πριν πάρω μια απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store