chauffer
ʁe
ρε
chau
ʃo
σο
ffer
fe
φε
échauffer

Ορισμός και σημασία του "réchauffer"στα γαλλικά

réchauffer
01

ξαναζεσταίνω, θερμαίνω ξανά

chauffer à nouveau un aliment déjà cuit 
réchauffer definition and meaning
Παραδείγματα
Je vais réchauffer le reste de pizza au four. 

Πρόκειται να ξαναζεστάνω το υπόλοιπο πίτσας στο φούρνο.

02

αναζωογονώ, ανανεώνω το ενθουσιασμό

redonner de l'énergie ou de l'enthousiasme 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réchauffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réchauffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réchaufferai
ενεστώτα μετοχή
réchauffant
παθητική μετοχή
réchauffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réchauffions
Παραδείγματα
Ce compliment m'a réchauffé le cœur. 

Αυτό το κομπλιμέντο ζέστανε την καρδιά μου.

03

ζεσταίνω, θερμαίνω

devenir ou se rendre plus chaud 
Παραδείγματα
Je me réchauffe les mains avec cette tasse chaude. 

Ζεσταίνω τα χέρια μου με αυτό το ζεστό φλιτζάνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store