Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le récepteur
01
δέκτης, συσκευή λήψης
dispositif qui capte et reçoit des signaux, notamment audio, vidéo ou radio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
récepteurs
Παραδείγματα
Le récepteur audio améliore la qualité du son.
Ο δέκτης ήχου βελτιώνει την ποιότητα του ήχου.
récepteur
01
παραληπτικός, δεκτικός
qui a pour fonction ou capacité de recevoir quelque chose, notamment un signal, une information ou un stimulus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
récepteur
αρσενικό πληθυντικό
récepteurs
θηλυκό ενικό
réceptrice
θηλυκό πληθυντικό
réceptrices
Παραδείγματα
Les cellules réceptrices réagissent à la lumière.
Τα κύτταρα υποδοχέα αντιδρούν στο φως.



























