la rumeur
Pronunciation
/ʀymœʀ/

Ορισμός και σημασία του "rumeur"στα γαλλικά

La rumeur
[gender: feminine]
01

φήμη, κουτσομπολιό

propos qui se répand sans certitude et souvent concernant des personnes
la rumeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rumeurs
Παραδείγματα
Les rumeurs peuvent créer de gros malentendus.
Οι φήμες μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλες παρεξηγήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store