Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ruine
[gender: feminine]
01
ερείπιο, καταστροφή
vestige ou reste d'un bâtiment détruit ou abandonné, souvent en mauvais état
Παραδείγματα
Les ruines du village ont été partiellement restaurées.
Τα ερείπια του χωριού έχουν αποκατασταθεί εν μέρει.
02
καταστροφή, ερείπιο
état de destruction totale ou de perte complète (matérielle, financière ou morale)
Παραδείγματα
La ruine de l' empire a marqué la fin d' une époque.
Η καταστροφή της αυτοκρατορίας σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής.



























