la ruine
ruine
ʁɥɪn
rüin
reine

Ορισμός και σημασία του "ruine"στα γαλλικά

01

ερείπιο, καταστροφή

vestige ou reste d'un bâtiment détruit ou abandonné, souvent en mauvais état 
la ruine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ruines
Παραδείγματα
Les ruines du château attirent de nombreux touristes. 

Τα ερείπια του κάστρου προσελκύουν πολλούς τουρίστες.

02

καταστροφή, ερείπιο

état de destruction totale ou de perte complète (matérielle, financière ou morale) 
Παραδείγματα
La mauvaise gestion a conduit l'entreprise à la ruine. 

Η κακή διαχείριση οδήγησε την εταιρεία στην καταστροφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store