Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ruine
01
ερείπιο, καταστροφή
vestige ou reste d'un bâtiment détruit ou abandonné, souvent en mauvais état
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ruines
Παραδείγματα
Les ruines du château attirent de nombreux touristes.
Τα ερείπια του κάστρου προσελκύουν πολλούς τουρίστες.
02
καταστροφή, ερείπιο
état de destruction totale ou de perte complète (matérielle, financière ou morale)
Παραδείγματα
La mauvaise gestion a conduit l'entreprise à la ruine.
Η κακή διαχείριση οδήγησε την εταιρεία στην καταστροφή.



























