rouler
rou
ʁu
roo
ler
le
le
rouerroulierroller

Ορισμός και σημασία του "rouler"στα γαλλικά

rouler
01

οδηγώ

se déplacer avec un véhicule, en parlant d'une voiture, moto, vélo, etc. 
rouler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
roule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
roulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roulerai
ενεστώτα μετοχή
roulant
παθητική μετοχή
roulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
roulions
Παραδείγματα
Il roule à 100 km/h sur l'autoroute. 

Οδηγεί με 100 km/h στην εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store