Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rouler
01
οδηγώ
se déplacer avec un véhicule, en parlant d'une voiture, moto, vélo, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
roule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
roulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roulerai
ενεστώτα μετοχή
roulant
παθητική μετοχή
roulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
roulions
Παραδείγματα
Il roule à 100 km/h sur l'autoroute.
Οδηγεί με 100 km/h στην εθνική οδό.



























