rouler
Pronunciation
/ʀule/

Ορισμός και σημασία του "rouler"στα γαλλικά

rouler
01

οδηγώ

se déplacer avec un véhicule, en parlant d'une voiture, moto, vélo, etc.
rouler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
roule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
roulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
roulerai
ενεστώτα μετοχή
roulant
παθητική μετοχή
roulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
roulions
Παραδείγματα
Ils roulent à vélo dans la campagne.
Οδηγούν ποδήλατο στην ύπαιθρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store