Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rose
[gender: feminine]
01
τριαντάφυλλο, λουλούδι τριαντάφυλλου
une fleur souvent rouge, symbolisant l'amour
Παραδείγματα
Les roses symbolisent souvent l' amour et la passion.
Τα τριαντάφυλλα συχνά συμβολίζουν την αγάπη και το πάθος.
rose
01
ροζ, ροζ χρώμα
de la couleur claire entre le rouge et le blanc
Παραδείγματα
Les fleurs roses décorent la table.
Τα ροζ λουλούδια διακοσμούν το τραπέζι.



























