Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ronchonner
01
γκρινιάζω, μουρμουρίζω με δυσαρέσκεια
exprimer son mécontentement ou sa mauvaise humeur en parlant à voix basse ou en marmonnant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ronchonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ronchonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ronchonnerai
ενεστώτα μετοχή
ronchonnant
παθητική μετοχή
ronchonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ronchonnions
Παραδείγματα
Il ronchonnait contre la pluie toute la matinée.
Γκρίνιαζε για τη βροχή όλο το πρωί.



























