ronchonner
ronchonner
ʁɔ̃ʃɔne
rawshawne
ronronner

Ορισμός και σημασία του "ronchonner"στα γαλλικά

ronchonner
01

γκρινιάζω, μουρμουρίζω με δυσαρέσκεια

exprimer son mécontentement ou sa mauvaise humeur en parlant à voix basse ou en marmonnant 
ronchonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ronchonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ronchonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ronchonnerai
ενεστώτα μετοχή
ronchonnant
παθητική μετοχή
ronchonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ronchonnions
Παραδείγματα
Il ronchonne toujours quand il doit se lever tôt. 

Πάντα γκρινιάζει όταν πρέπει να σηκωθεί νωρίς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store