le rock
Pronunciation
/ʀɔk/

Ορισμός και σημασία του "rock"στα γαλλικά

Le rock
[gender: masculine]
01

ροκ, μουσική ροκ

genre de musique populaire apparu au XXe siècle, caractérisé par un rythme fort et l'utilisation de guitares électriques
le rock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rocks
Παραδείγματα
Le festival était dédié à la musique rock.
Το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη μουσική ροκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store