le roman
Pronunciation
/ʀɔmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "roman"στα γαλλικά

Le roman
[gender: masculine]
01

μυθιστόρημα, αφήγημα

œuvre littéraire en prose racontant une histoire fictive
le roman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
romans
Παραδείγματα
Le roman raconte une aventure passionnante.
Το μυθιστόρημα αφηγείται μια συναρπαστική περιπέτεια.
01

ρομαντικός, ερωτευμένος

qui exprime ou montre des sentiments d'amour ou de rêve
roman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus roman
συγκριτικός βαθμός
plus roman
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
roman
αρσενικό πληθυντικό
romans
θηλυκό ενικό
romane
θηλυκό πληθυντικό
romanes
Παραδείγματα
Son geste était très roman.
Η χειρονομία του ήταν πολύ ρομαντική.
02

ρωμαϊκός, ρωμαϊκή

qui appartient à la ville ou à la civilisation de Rome
roman definition and meaning
Παραδείγματα
La langue romane dérive du latin.
Η ρομανική γλώσσα προέρχεται από τα λατινικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store