ridé
Pronunciation
/ʁide/

Ορισμός και σημασία του "ridé"στα γαλλικά

01

ρυτιδωμένος, πτυχωτός

marqué par des plis ou des rides, souvent à cause de l'âge ou du soleil
ridé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ridé
συγκριτικός βαθμός
plus ridé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ridé
αρσενικό πληθυντικό
ridés
θηλυκό ενικό
ridée
θηλυκό πληθυντικό
ridées
Παραδείγματα
Le tissu était vieux et ridé, mais toujours doux.
Το ύφασμα ήταν παλιό και τσαλακωμένο, αλλά ακόμα μαλακό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store