Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retransmettre
01
αναμεταδίδω, επανεκπέμπω
envoyer à nouveau un message, un courrier ou une information à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
retransmets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
retransmettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
retransmettrai
ενεστώτα μετοχή
retransmettant
παθητική μετοχή
retransmis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
retransmettions
Παραδείγματα
Il a retransmis le courriel à toute l'équipe.
Επέστειλε το email σε όλη την ομάδα.
02
επανεκπέμπω, μεταδίδω ξανά
diffuser à nouveau un programme ou un événement, généralement à la radio ou à la télévision
Παραδείγματα
La chaîne retransmet le match de football en direct.
Το κανάλι επανεκπέμπει τον αγώνα ποδοσφαίρου ζωντανά.
03
επαναλαμβάνω, επανεκπέμπω
répéter ou redire une information ou un message
Παραδείγματα
Le professeur retransmet les consignes aux élèves.
Ο δάσκαλος επανεκπέμπει τις οδηγίες στους μαθητές.



























