Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renvoyer
01
επιστρέφω, ξαναστέλνω
envoyer quelque chose ou quelqu'un à nouveau vers un lieu ou une personne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renvoie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renvoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renverrai
ενεστώτα μετοχή
renvoyant
παθητική μετοχή
renvoyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renvoyions
Παραδείγματα
Elle a renvoyé la lettre sans l' ouvrir.
Αυτή επέστρεψε το γράμμα χωρίς να το ανοίξει.
02
απολύω, διώχνω
mettre quelqu'un dehors d'un travail ou d'un lieu
Παραδείγματα
Être renvoyé peut affecter la carrière.
Να απολυθείς μπορεί να επηρεάσει την καριέρα.



























