renvoyer
renvoyer
ʁɑ̃vwaje
raavvaye

Ορισμός και σημασία του "renvoyer"στα γαλλικά

renvoyer
01

επιστρέφω, ξαναστέλνω

envoyer quelque chose ou quelqu'un à nouveau vers un lieu ou une personne 
renvoyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renvoie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renvoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renverrai
ενεστώτα μετοχή
renvoyant
παθητική μετοχή
renvoyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renvoyions
Παραδείγματα
Elle a renvoyé le colis au vendeur. 

Αυτή έστειλε πίσω το πακέτο στον πωλητή.

02

απολύω, διώχνω

mettre quelqu'un dehors d'un travail ou d'un lieu 
renvoyer definition and meaning
Παραδείγματα
Il a été renvoyé pour faute grave. 

Απολύθηκε για σοβαρό αδίκημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store