Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renseigner
01
ενημερώνω, παρέχω πληροφορίες
donner des informations à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renseigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renseignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renseignerai
ενεστώτα μετοχή
renseignant
παθητική μετοχή
renseigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renseignions
Παραδείγματα
Le guide renseigne les touristes sur les monuments.
Ο οδηγός ενημερώνει τους τουρίστες για τα μνημεία.
02
ρωτώ, αναζητώ πληροφορίες
chercher des informations ou se documenter sur quelque chose
Παραδείγματα
Je me renseigne sur les horaires des trains.
Ενημερώνομαι για τα δρομολόγια των τρένων.



























