renseigner
ren
ʁɑ̃
ρα
sei
sɛ
σε
gner
ɲe
νιε

Ορισμός και σημασία του "renseigner"στα γαλλικά

renseigner
01

ενημερώνω, παρέχω πληροφορίες

donner des informations à quelqu'un 
renseigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renseigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renseignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renseignerai
ενεστώτα μετοχή
renseignant
παθητική μετοχή
renseigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renseignions
Παραδείγματα
Le guide renseigne les touristes sur les monuments. 

Ο οδηγός ενημερώνει τους τουρίστες για τα μνημεία.

02

ρωτώ, αναζητώ πληροφορίες

chercher des informations ou se documenter sur quelque chose 
renseigner definition and meaning
Παραδείγματα
Je me renseigne sur les horaires des trains. 

Ενημερώνομαι για τα δρομολόγια των τρένων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store