le renouvellement
re
ʁə
nou
nu
noo
velle
vɛl
vel
ment
man

Ορισμός και σημασία του "renouvellement"στα γαλλικά

Le renouvellement
01

ανανέωση, παράταση

action de remplacer ou de prolonger quelque chose pour qu'il continue 
le renouvellement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
renouvellements
Παραδείγματα
Le renouvellement du contrat a été accepté par les deux parties. 

Η ανανέωση της σύμβασης έγινε αποδεκτή από και τις δύο πλευρές.

02

ανανέωση, αντικατάσταση

action de remplacer quelque chose par un autre pour continuer ou améliorer 
Παραδείγματα
Le renouvellement des pièces défectueuses a amélioré la machine. 

Η ανανέωση των ελαττωματικών εξαρτημάτων βελτίωσε το μηχάνημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store