Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le renouvellement
[gender: masculine]
01
ανανέωση, παράταση
action de remplacer ou de prolonger quelque chose pour qu'il continue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
renouvellements
Παραδείγματα
Un bon renouvellement des stocks est essentiel pour le magasin.
Ανανέωση καλής αποθήκης είναι απαραίτητη για το κατάστημα.
02
ανανέωση, αντικατάσταση
action de remplacer quelque chose par un autre pour continuer ou améliorer
Παραδείγματα
Le renouvellement des batteries permet à l' appareil de fonctionner plus longtemps.
Η αντικατάσταση των μπαταριών επιτρέπει στη συσκευή να λειτουργεί περισσότερο.



























