Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renfermé
01
κλειστός, συνεσταλμένος
qui garde ses pensées et ses sentiments pour soi, qui parle peu et évite de se livrer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus renfermé
συγκριτικός βαθμός
plus renfermé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
renfermé
αρσενικό πληθυντικό
renfermés
θηλυκό ενικό
renfermée
θηλυκό πληθυντικό
renfermées
Παραδείγματα
Il est très renfermé depuis quelque temps.
Είναι πολύ κλειστός τελευταία.
Le renfermé
01
μυρωδιά κλειστού χώρου, μυρωδιά μούχλας
odeur désagréable qui se développe dans un endroit fermé, mal aéré ou humide pendant longtemps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il y a une odeur de renfermé dans cette vieille maison.
Υπάρχει μια μυρωδιά αποπνικτικής σε αυτό το παλιό σπίτι.



























