Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le remplaçant
01
αντικαταστάτης, αναπληρωτής
personne qui prend temporairement la place d'une autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
remplaçants
Παραδείγματα
Le professeur remplaçant enseignera pendant l'absence de Mme Dupont.
Ο αντικαταστάτης δάσκαλος θα διδάξει κατά την απουσία της κυρίας Ντυπόν.



























