Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remplacer
01
αντικαθιστώ, αλλάζω
prendre la place de quelqu'un ou de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remplace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remplaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remplacerai
ενεστώτα μετοχή
remplaçant
παθητική μετοχή
remplacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remplacions
Παραδείγματα
Il a remplacé son collègue pendant les vacances.
Αντικατέστησε τον συνάδελφό του κατά τις διακοπές.



























