remplacer
remp
ʁɑ̃p
ραπ
la
la
λα
cer
se
σε
remplumerreplacer

Ορισμός και σημασία του "remplacer"στα γαλλικά

remplacer
01

αντικαθιστώ, αλλάζω

prendre la place de quelqu'un ou de quelque chose 
remplacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remplace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remplaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remplacerai
ενεστώτα μετοχή
remplaçant
παθητική μετοχή
remplacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remplacions
Παραδείγματα
Il a remplacé son collègue pendant les vacances. 

Αντικατέστησε τον συνάδελφό του κατά τις διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store