Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le refroidissement
[gender: masculine]
01
کاهش حرارت, سرد شدن
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Refroidissement des rapports entre deux pays
02
سرماخوردگی
Παραδείγματα
attraper un refroidissement



























