Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refermer
01
fermer à nouveau quelque chose qui avait été ouvert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Après avoir inspecté le dossier, il l' a refermé
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermer à nouveau quelque chose qui avait été ouvert