Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refermer
01
fermer à nouveau quelque chose qui avait été ouvert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Il a refermé la porte après être sorti
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermer à nouveau quelque chose qui avait été ouvert