Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recaler
01
απορρίπτω, αποτυγχάνω
rejeter un candidat ou un élève qui n'a pas réussi un examen ou une épreuve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recalerai
ενεστώτα μετοχή
recalant
παθητική μετοχή
recalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recalions
Παραδείγματα
Il a été recalé pour avoir obtenu une mauvaise note.
Απορρίφθηκε επειδή πήρε κακό βαθμό.



























