recaler
re
ʁə
ca
ka
ka
ler
le
le
reculerreceler

Ορισμός και σημασία του "recaler"στα γαλλικά

recaler
01

απορρίπτω, αποτυγχάνω

rejeter un candidat ou un élève qui n'a pas réussi un examen ou une épreuve 
recaler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recalerai
ενεστώτα μετοχή
recalant
παθητική μετοχή
recalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recalions
Παραδείγματα
L'élève a été recalé au concours. 

Ο μαθητής απορρίφθηκε στον διαγωνισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store