Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le raz-de-marée
01
τσουνάμι, παλιρροιακό κύμα
vague très puissante qui submerge les côtes, souvent causée par un tsunami ou une tempête
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
raz-de-marée
Παραδείγματα
Le raz-de-marée a détruit plusieurs villages côtiers.
Το τσουνάμι κατέστρεψε πολλά παράκτια χωριά.
02
συντριπτική νίκη, εξαιρετική επιτυχία
victoire écrasante ou succès très net dans une élection ou une compétition
Παραδείγματα
Le parti a remporté un raz-de-marée aux dernières élections.
Το κόμμα πέτυχε raz-de-marée στις τελευταίες εκλογές.



























