Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rassurer
01
καθησυχάζω, εξασφαλίζω
faire cesser l'inquiétude de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rassure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rassurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rassurerai
ενεστώτα μετοχή
rassurant
παθητική μετοχή
rassuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rassurions
Παραδείγματα
Le médecin m'a rassuré sur mon état de santé.
Ο γιατρός με καθησύχασε για την κατάσταση της υγείας μου.
02
καθησυχάζομαι, ηρεμώ
arrêter de s'inquiéter, retrouver son calme
Παραδείγματα
Il a besoin de se rassurer avant l'examen.
Χρειάζεται να καθησυχάσει τον εαυτό του πριν από την εξέταση.



























