rassurer
rassurer
ʁasyʁe
rasyre
assurer

Ορισμός και σημασία του "rassurer"στα γαλλικά

rassurer
01

καθησυχάζω, εξασφαλίζω

faire cesser l'inquiétude de quelqu'un 
rassurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rassure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rassurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rassurerai
ενεστώτα μετοχή
rassurant
παθητική μετοχή
rassuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rassurions
Παραδείγματα
Le médecin m'a rassuré sur mon état de santé. 

Ο γιατρός με καθησύχασε για την κατάσταση της υγείας μου.

02

καθησυχάζομαι, ηρεμώ

arrêter de s'inquiéter, retrouver son calme 
rassurer definition and meaning
Παραδείγματα
Il a besoin de se rassurer avant l'examen. 

Χρειάζεται να καθησυχάσει τον εαυτό του πριν από την εξέταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store