rassurer
Pronunciation
/ʀasyʀe/

Ορισμός και σημασία του "rassurer"στα γαλλικά

rassurer
01

καθησυχάζω, εξασφαλίζω

faire cesser l'inquiétude de quelqu'un
rassurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rassure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rassurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rassurerai
ενεστώτα μετοχή
rassurant
παθητική μετοχή
rassuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rassurions
Παραδείγματα
Le président a tenu à rassurer la population après la crise.
Ο πρόεδρος ήθελε να καθησυχάσει τον πληθυσμό μετά την κρίση.
02

καθησυχάζομαι, ηρεμώ

arrêter de s'inquiéter, retrouver son calme
rassurer definition and meaning
Παραδείγματα
Les parents se rassurent en voyant leurs enfants heureux.
Οι γονείς καθησυχάζονται βλέποντας τα παιδιά τους ευτυχισμένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store