Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rassurer
01
καθησυχάζω, εξασφαλίζω
faire cesser l'inquiétude de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rassure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rassurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rassurerai
ενεστώτα μετοχή
rassurant
παθητική μετοχή
rassuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rassurions
Παραδείγματα
Le président a tenu à rassurer la population après la crise.
Ο πρόεδρος ήθελε να καθησυχάσει τον πληθυσμό μετά την κρίση.
02
καθησυχάζομαι, ηρεμώ
arrêter de s'inquiéter, retrouver son calme
Παραδείγματα
Les parents se rassurent en voyant leurs enfants heureux.
Οι γονείς καθησυχάζονται βλέποντας τα παιδιά τους ευτυχισμένα.



























