raser
ra
ʁɑ
raa
ser
ze
ze
rayerragerruserramer

Ορισμός και σημασία του "raser"στα γαλλικά

01

ξυρίζομαι, ξυρίζω

enlever les poils du visage ou d'une autre partie du corps en utilisant un rasoir 
raser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
rase
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rasons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raserai
ενεστώτα μετοχή
rasant
παθητική μετοχή
rasé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rasions
Παραδείγματα
Il se rase tous les matins avant le travail. 

Ξυρίζεται κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store