raser
Pronunciation
/ʀɑze/

Ορισμός και σημασία του "raser"στα γαλλικά

01

ξυρίζομαι, ξυρίζω

enlever les poils du visage ou d'une autre partie du corps en utilisant un rasoir
raser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
rase
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rasons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raserai
ενεστώτα μετοχή
rasant
παθητική μετοχή
rasé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rasions
Παραδείγματα
Il aime se raser dans la salle de bain avec de la mousse à raser.
Του αρέσει να ξυρίζεται στο μπάνιο με αφρό ξυρίσματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store