Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raser
01
ξυρίζομαι, ξυρίζω
enlever les poils du visage ou d'une autre partie du corps en utilisant un rasoir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
rase
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rasons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raserai
ενεστώτα μετοχή
rasant
παθητική μετοχή
rasé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rasions
Παραδείγματα
Il aime se raser dans la salle de bain avec de la mousse à raser.
Του αρέσει να ξυρίζεται στο μπάνιο με αφρό ξυρίσματος.



























